Η ταινία “Michael” είναι περισσότερο άσκηση στο branding παρά πραγματική δραματική αφήγηση, θυμίζοντας ντοκιμαντέρ όπως το “This Is It”.
Αντί να εμβαθύνει στις ψυχολογικές πτυχές του Τζάκσον, η ταινία τον παρουσιάζει ως έναν παρεξηγημένο ιδιοφυή, χωρίς ουσιαστικό δράμα. Ο Jaafar Jackson, ανιψιός του καλλιτέχνη, προσπαθεί να αποδώσει τον χαρακτήρα αλλά περιορίζεται από την ανάγκη για ακριβή μίμηση, με την φωνή του να χάνεται σε μονοτονία. Οι σκηνές του είναι συχνά κομμένες και οι διάλογοι ακούγονται μέσω ADR, αφήνοντας την εντύπωση μιας χαμένης ευκαιρίας.
Η ταινία αποφεύγει τις συγκρούσεις και τα προβλήματα, αντιμετωπίζοντάς τα επιπόλαια. Θέματα όπως η αυτοεικόνα του Τζάκσον ή το βίτλιγκο του αναφέρονται ελάχιστα και διεκπεραιωτικά. Οποιαδήποτε ένταση ή αντιπαράθεση επιλύεται γρήγορα, αφήνοντας την εντύπωση μιας εύκολης ζωής για τον Τζάκσον, κάτι που απέχει από την πραγματικότητα.
Η ταινία “Michael” αναδεικνύει τον Τζάκσον ως καρικατούρα, στερημένη από την πολυπλοκότητα και την ένταση που χαρακτήριζε τη ζωή και την καριέρα του.
Η μοναδική στιγμή που η ταινία φαίνεται να αγγίζει κάτι ουσιαστικό είναι κατά τη διάρκεια της δημιουργίας του “Beat It”, όπου επιχειρεί να εξερευνήσει τις πολιτιστικές επιρροές του Τζάκσον. Όμως, γρήγορα επιστρέφει στην πεπατημένη, χάνοντας την ευκαιρία να προσφέρει κάτι πραγματικά νέο και ενδιαφέρον. Ο επίλογος αφήνει την υπόνοια μιας συνέχειας, αλλά το αίσθημα είναι περισσότερο απειλητικό παρά ελπιδοφόρο, με την ταινία να παραμένει ατελής και επιφανειακή.
Συνολικά, το “Michael” αποτυγχάνει να αιχμαλωτίσει την ουσία του Τζάκσον, είτε ως καλλιτέχνη είτε ως αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Αντί να προσθέσει στην κληρονομιά του, κινδυνεύει να την αποδυναμώσει, παρουσιάζοντας έναν Τζάκσον που είναι άχρωμος και ανιαρός.
Πηγή άρθρου: www.ign.com

