Η Violet είναι μια αδιάφορη ηρωίδα χωρίς προσωπικότητα ή κίνητρα.
Η εμπειρία του παιχνιδιού υποφέρει από κακή σχεδίαση επιπέδων και τεχνικά λάθη. Οι μάχες σε τρίτο πρόσωπο είναι άτεχνες, ενώ οι τοποθεσίες είναι μονότονες και προβλέψιμες. Η έλλειψη ποικιλίας στους εχθρούς και οι προβλέψιμες συμπεριφορές τους καθιστούν το παιχνίδι βαρετό και επαναλαμβανόμενο. Οι δεινόσαυροι, που αποτελούν τον κύριο αντίπαλο, είναι εύκολο να αντιμετωπιστούν, με τις μάχες να γίνονται πιο ενοχλητικές λόγω των τεχνικών προβλημάτων που προκύπτουν.
Η αισθητική του παιχνιδιού δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει, με τις περισσότερες τοποθεσίες να θυμίζουν παλαιότερα παιχνίδια, όπως το “Doom 3”. Οι σπάνιες στιγμές οπτικής δημιουργικότητας, όπως τα επιβλητικά τοπία, δεν αρκούν για να αντισταθμίσουν τις υπόλοιπες ατέλειες. Τα τεχνικά προβλήματα, όπως η κακή απόδοση των γραφικών και τα προβλήματα στο σύστημα μάχης, εντείνουν την απογοήτευση.
Η αισθητική του παιχνιδιού δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει, με τις περισσότερες τοποθεσίες να θυμίζουν παλαιότερα παιχνίδια.
Η έλλειψη βάθους στην αφήγηση και η απουσία ουσιαστικών προκλήσεων καθιστούν το “Code Violet” μια χαμένη ευκαιρία. Παρά τις υποσχέσεις των δημιουργών για βελτιώσεις, τα προβλήματα του παιχνιδιού είναι βαθιά και επηρεάζουν τη συνολική εμπειρία. Τελικά, το “Code Violet” δεν καταφέρνει να σταθεί αντάξιο των προσδοκιών, αφήνοντας τους παίκτες με μια αίσθηση ανικανοποίητου.

Πηγή άρθρου: www.ign.com


