Η εξερεύνηση είναι μερικές φορές συναρπαστική, αλλά συχνά διακόπτεται από τεχνικά προβλήματα, όπως εμπόδια στη γεωμετρία ή σημεία ταξιδιού που μπλοκάρουν σε τοίχους.
Το παιχνίδι περιλαμβάνει πολλές δευτερεύουσες ιστορίες, εμπνευσμένες από την κορεατική παράδοση, που αν και ενδιαφέρουσες, συχνά καταλήγουν σε τυποποιημένες μάχες με αφεντικά. Εντούτοις, ορισμένες ιστορίες ξεχωρίζουν με την πρωτότυπη αφήγηση και το συναισθηματικό βάθος τους. Ωστόσο, η υπερβολική χρήση των κλισέ και η μη ικανοποιητική μετάφραση μειώνουν την εμπειρία.
Στο gameplay, η μάχη είναι το μοναδικό στοιχείο που ξεχωρίζει, αν και δεν καταφέρνει να εντυπωσιάσει. Κάθε όπλο προσφέρει μοναδικές κινήσεις, αλλά η καθυστερημένη ανταπόκριση των ελέγχων δυσκολεύει την εκμάθηση των συνδυασμών. Η απουσία ορατών μπάρα αντοχής στους εχθρούς προσθέτει στην απογοήτευση. Παρά την ύπαρξη ενδιαφέρουσας στρατηγικής στις μάχες, η τεχνική αστάθεια και η αναξιόπιστη κάμερα δημιουργούν προβλήματα.
Παρά τις ελπίδες για συναρπαστική δράση, το “The Relic” είναι θεμελιωδώς ελαττωματικό, καθώς οι τεχνικές του αδυναμίες επισκιάζουν κάθε θετική πτυχή.
Τελικά, το “The Relic: First Guardian” είναι μια χαμένη ευκαιρία. Αν και η μάχη του έχει δυναμική, τα τεχνικά προβλήματα και η έλλειψη συνοχής το καθιστούν έναν μέτριο τίτλο. Η σκοτεινή φαντασία του παιχνιδιού παραμένει ανεκμετάλλευτη, αφήνοντας τον παίκτη με μια εμπειρία που δεν καταφέρνει να λάμψει.

Πηγή άρθρου: www.ign.com


