Η Milly Alcock είναι εξαιρετική ως Supergirl, φέρνοντας στην επιφάνεια την τραυματική εμπειρία της Kara, αλλά η ιστορία δεν της επιτρέπει να εξελιχθεί.
Η ταινία στέκεται σε γνώριμα μονοπάτια, αντλώντας επιρροές από έργα όπως το “Guardians of the Galaxy” και το “Mad Max”. Οι επιρροές αυτές είναι εμφανείς στην αισθητική και τη δομή της, που θυμίζει τα κλασικά γουέστερν και τις μετα-αποκαλυπτικές περιπέτειες. Ωστόσο, η αποτυχία να προσδώσει κάτι νέο ή ουσιαστικό σε αυτές τις αναφορές οδηγεί σε μια εμπειρία που μοιάζει κάπως άτονη. Η μουσική επένδυση, αντί να ενισχύει τη συναισθηματική φόρτιση, καταλήγει να φαίνεται αταίριαστη.
Οι χαρακτήρες που πλαισιώνουν την Kara, όπως ο Krem του Matthias Schoenaerts και ο Lobo του Jason Momoa, προσφέρουν εντυπωσιακές οπτικές στιγμές, αλλά στερούνται βάθους. Ο Krem, αν και οπτικά επιβλητικός, δεν καταφέρνει να πείσει ως απειλή, ενώ ο Lobo φαίνεται να εντάσσεται στην ιστορία χωρίς ουσιαστικό λόγο, προσφέροντας μόνο μερικές διασκεδαστικές ατάκες.
Ο Jason Momoa ως Lobo προσφέρει διασκεδαστικές στιγμές, αλλά η παρουσία του είναι περιττή στην εξέλιξη της ιστορίας.
Η δυναμική μεταξύ της Supergirl και του Superman, που υποδύεται ο David Corenswet, προσφέρει κάποιες από τις καλύτερες στιγμές της ταινίας. Η αντίθεση μεταξύ της αισιοδοξίας του Superman και των τραυμάτων της Supergirl προσθέτει βάθος στην αφήγηση. Ωστόσο, η ταινία δεν καταφέρνει να εκμεταλλευτεί πλήρως αυτήν τη σχέση, αφήνοντας τη Supergirl χωρίς την απαραίτητη ανάπτυξη του χαρακτήρα της.
Συνολικά, η “Supergirl” προσφέρει μια ανάμεικτη εμπειρία, με δυνατές ερμηνείες και εντυπωσιακά οπτικά στοιχεία που δεν καταφέρνουν να συνδυαστούν αρμονικά με την πλοκή. Παρά τις αδυναμίες της, η ταινία θέτει τις βάσεις για μελλοντικές εξελίξεις στο νέο σύμπαν του DCU, αν και απαιτούνται βελτιώσεις για να φτάσει το πλήρες δυναμικό της.
Πηγή άρθρου: www.ign.com

